Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Η συλλογή


Η συλλογή πραγμάτων είναι πάντα ένα αναπόσπαστο γεγονός της ζωής μας, λίγο μυστικιστικό, όχι σε πρώτο επίπεδο, μα σχεδόν όλοι κάτι μαζεύουμε μανιωδώς στο δρόμο μας. Η Μάνια δεν το είχε σκεφτεί ποτέ πως υπήρχε λόγος να μαζεύει κάτι. Ότι χρειαζόταν το χρησιμοποιούσε και όταν δεν το είχε ανάγκη έμπαινε στην άκρη.
Γεννήθηκε σε μια πόλη του Θεσσαλικού κάμπου; εκεί πήγε σχολείο μαζί με την μικρότερη αδερφή της, ώσπου μια ωραία πρωία κατηφόρισε για την πρωτεύουσα. Μέχρι τούδε δούλευε σε ένα ανθοπωλείο, όχι γιατί της άρεσαν τα λουλούδια, αλλά απλά αυτό βρήκε. Μελαχρινή, με σγουρά μαλλιά, μέτριο ύψος, με πιασίματα, αλλά όμως και τεράστιο στήθος. Στήθος υπερφυσικών διαστάσεων, έτοιμο να σκάσει, έτοιμο να το μαλάξεις. Από άντρες, τίποτα σπουδαίο μέχρι τότε. Στην αρχή και για καιρό ο Κώστας από το διπλανό χωριό και στη συνέχεια ένας δύο τύποι αγροτικού ενδιαφέροντος. Όσον αφορά δε τα περί του έρωτος πεπραγμένα και πάλι τα πράγματα κυλούσαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς- καμιά πίπα αραιά και που, πήδημα και όλα καλά.
Η αίτια της αιφνίδιας αναχώρησης για την Αθήνα δεν ήταν άλλη από την περίφημη Θεία της η οποία λόγω της αύξησης του ορίου ηλικίας της , χρειαζόταν την ανηψούδα δίπλα της. Ουχί όμως και δίχως ανταλλάγματα. Δωρεάν σίτιση και στέγαση – και όχι οπουδήποτε. Στην Φωκίωνος Νέγρη παρακαλώ. Οροφοδιαμέρισμα στον πεζόδρομο. Επιπλέον επιμίσθιο ικανοποιητικό – και αυτά. Άφιξη στην Αθήνα με τα πλέον απαραίτητα και άμεση προσπάθεια εγκλιματισμού, κατακαλόκαιρο με αφόρητη ζέστη. Αυτή την υπνωτιστική χαύνωση της πόλης που συναγωνίζεται και τον δεινότερο Ινδό φακίρη. Πρώτες βόλτες στον πεζόδρομο της Νέγρη, ενατένιση βιτρινών, ψώνια για τη θεία από το μικρό παντοπωλείο της γειτονιάς. Αυτό το τελευταίο δεινοσαυρικό απομεινάρι, μετασχηματισμένο προχείρως και μόνο κατ"όνομα σε μίνι μάρκετ, την έκανε να σκέφτεται, δίχως νοσταλγία, δίχως λαχτάρα – μάλλον λοιπόν, για την ακρίβεια της εξιστόρησης, να θυμάται-τα των Θετταλών τα μέρη.
Ο περιώνυμος και επί μακρόν αναμενόμενος  εγκλιματισμός δεν ευοδώνονταν παρά την από μέρους της μεγάλη προσπάθεια. Δίχως παρέες, χωρίς τις τσάρκες στα μεγαλοπρεπή ανοίγματα του κάμπου. Έλειπε η δυνατότητα της ενατένισης. Το βλέμμα, μόνιμα διακόπτονταν από αντικείμενα, ποικίλου μεγέθους άτακτα στοιβαγμένα αλλά με απόλυτη εμμονή στους τόνους του γκρι. Πανδαισία χρωμάτων που περιελίσσονταν με άξονα τόσο σταθερό όσο και μιας αυταρχικής μαιτρέσας. Σταδιακά αποκόπτονταν από την μαγική δύναμη του χώματος. Άρχισε να παρατηρεί ταυτόχρονα με την σταδιακή απώλεια της ζωικής της ενέργειας –vita anima- την τρομαχτική σωματική μεταμόρφωση. Καμπούριασε και το δέρμα στέγνωνε, έχανε την στιλπνότητα του, πότιζε νέφος και τοξίνες-διοξίνες. Τρόμαξε στην σκέψη της μετατροπής σε εξωγήινο ζόμπι. Μόνο κάτι βράδια εξαφανιζόταν ως δια μαγείας και η θεία ανησυχούσε-αλλά η Μάνια είχε έμφυτη την ικανότητα να ηρεμεί το πέριξ αυτής ανθρώπινο δυναμικό και έτσι η ανησυχία και οι ερωτήσεις αποσβένονταν όπως οι κυματισμοί πέτρας πίπτουσας στα νερά της λίμνης.
Έφυγε ταραγμένη, σχεδόν τρέχοντας, νοσταλγώντας τα ελενίτ του κάμπου. Όταν έφτασε βρήκε βιολογικές καλλιέργειες και τσίπουρα ξενέρωτα. Τότε άνοιξε το κουτί με την πρώτη συλλογή της και ξεκίνησε η μηχανή της ανάμνησης να τροφοδοτεί τα γρανάζια της με άριστης ποιότητας latex. Η μικρή καραγκούνα του κάμπου-απευθείας απόγονη των Μυρμιδόνων- τις νευρωτικές νύχτες της πόλης απομυζούσε με περισσή φροντίδα τους περιπλανώμενους νυχτολόγους.
Δεν μπόρεσε, ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, να εξηγήσει στον εαυτό της γιατί το έκανε. Το εκμυστηρεύτηκε σε μια στιγμή αδυναμίας στην κουμπάρα της, που αποδείχτηκε αντάξια της εμπιστοσύνης της. Δεν πέταξε το μαγικό κουτί της που σπάνια το περιεργαζόταν και ποτέ δεν το ξανάνοιξε.
Αθήνα 2009-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου